Μετάφραση του "olio" σε Ελληνικά

Οι λάδι, έλαιο, Λάδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "olio" σε Ελληνικά.

olio noun verb masculine γραμματική

Grasso in forma liquida.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λάδι

    noun neuter

    Dispositivi di raccolta delle acque oleose e degli oli usati

    Εγκαταστάσεις για τη συλλογή απόνερων ανακατεμένων με λάδια και χρησιμοποιημένων ελαίων

  • έλαιο

    noun neuter

    Emulsioni di oli e grassi, principalmente del tipo acqua in olio

    Γαλακτώματα λιπών και ελαίων, κυρίως τύπου νερό σε έλαιο

  • Λάδι

    sostanza chimica

    Olio di cocco (olio di copra) e sue frazioni:

    Λάδι κοκοφοίνικα (λάδι κοπρά) και τα κλάσματά του:

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πετρέλαιο
    • βενζίνη
    • λαδί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " olio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "olio"

Φράσεις παρόμοιες με "olio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "olio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη