Μετάφραση του "orificio" σε Ελληνικά

Οι στόμιο, άνοιγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orificio" σε Ελληνικά.

orificio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόμιο

    noun neuter

    Se necessario, si può usare un orificio di miscelazione.

    Εφόσον χρειάζεται, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στόμιο μείξεως.

  • άνοιγμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orificio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orificio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη