Μετάφραση του "orifizio" σε Ελληνικά

Οι στόμιο, άνοιγμα, τρύπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orifizio" σε Ελληνικά.

orifizio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόμιο

    noun neuter

    Se necessario, è ammesso l'uso di un orifizio di miscelazione.

    Εάν είναι αναγκαίο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στόμιο ανάμειξης.

  • άνοιγμα

    noun neuter

    Abbiamo esaminato ogni altro orifizio diverse volte, senza trovare alcuna prova.

    Εξετάσαμε κάθε άνοιγμα χιλιάδες φορές αλλά δε βρήκαμε τίποτα.

  • τρύπα

    noun feminine

    Apri le orecchie, o qualunque orifizio ti serva per ascoltare.

    Κοίτα, άνοιξε τα αυτιά ή τα πλοκάμια σου ή όποια άλλη τρύπα έχεις για να ακούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " orifizio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "orifizio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη