Μετάφραση του "ormone" σε Ελληνικά
Οι ορμόνη, ορμόνες, ορμόνη o̞rˈmo̞ni είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ormone" σε Ελληνικά.
-
ορμόνη
noun femininebiologia
Si tratta di sostanze che tendono ad imitare il funzionamento degli ormoni, soprattutto dell’ormone estrogeno femminile.
Πρόκειται για ουσίες που τείνουν να μιμούνται τη λειτουργία των ορμονών, συνήθως τη γυναικεία ορμόνη οιστρογόνο.
-
ορμόνες
I l Pentagono dovrebbe usare i suoi ormoni per la guerra chimica!
Οι ορμόνες της είναι ό, τι πρέπει για χημικό πόλεμο!
-
ορμόνη o̞rˈmo̞ni
-
Ορμόνη
messaggero chimico che trasmette segnali da una cellula a un'altra
Si tratta di sostanze che tendono ad imitare il funzionamento degli ormoni, soprattutto dell’ormone estrogeno femminile.
Πρόκειται για ουσίες που τείνουν να μιμούνται τη λειτουργία των ορμονών, συνήθως τη γυναικεία ορμόνη οιστρογόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ormone " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ormone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη