Μετάφραση του "orlo" σε Ελληνικά
Οι άκρη, χείλος, κράσπεδο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orlo" σε Ελληνικά.
orlo
noun
verb
masculine
γραμματική
Parte esterna che costituisce il limite di una superficie; bordo, orlo.
-
άκρη
noun feminineLe rive sono orlate da quelle che sembrano rocce grigiastre.
Στην άκρη του νερού υπάρχουν σχηματισμοί που μοιάζουν με μουντούς γκρίζους βράχους.
-
χείλος
noun neuterAnche il mio lavoro sta precariamente oscillando sull' orlo della sicurezza
Η δουλειά μου ταλαντεύεται επικίνδυνα στο χείλος του γκρεμού, επίσης
-
κράσπεδο
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άκρο
- γύρος
- μπορ
- πέρας
- περίγυρος
- στρίφωμα
- τέλος
- τέρμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orlo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "orlo"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη