Μετάφραση του "ostacolo" σε Ελληνικά
Οι εμπόδιο, κώλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ostacolo" σε Ελληνικά.
ostacolo
noun
verb
masculine
γραμματική
Una ragione che impedisce a qualcuno di fare qualcosa. [..]
-
εμπόδιο
noun neuterQualcosa di immateriale che impedisce il passaggio e che deve essere ovviato o sormontato.
Inoltre individua gli ostacoli che le donne devono affrontare se vogliono lavorare.
Επικεντρώνεται επίσης στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες αν θέλουν να εργαστούν.
-
κώλυμα
noun neuterLa Commissione dovrebbe accertare quali sono gli ostacoli che non hanno consentito l'effettiva attuazione della direttiva.
Η Επιτροπή θα πρέπει να προσδιορίσει τα κωλύματα στα οποία προσέκρουσε η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ostacolo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ostacolo"
Φράσεις παρόμοιες με "ostacolo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγώνας μετ’ εμποδίων
-
εμποδίζω · παρεμποδίζω
-
τεχνικό εμπόδιο
-
μη δασμολογικό εμπόδιο
-
εμπόδια στην ανάπτυξη
-
εμποδίζω · παρακωλύω · παρεμποδίζω
-
δασμολογικό εμπόδιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη