Μετάφραση του "ostaggio" σε Ελληνικά

Το όμηρος είναι η μετάφραση του "ostaggio" σε Ελληνικά.

ostaggio noun masculine γραμματική

Persona tenuta da un rapitore al fine di costringere qualcun'altro ad agire o astenersi dall'agire in una certa maniera.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όμηρος

    noun masculine

    Cosi'quando uno dei terroristi tornera'indietro come ostaggio, sapremo di chi si tratta.

    Όταν ένας τρομοκράτης επιστρέψει μαζί μου σαν όμηρος θα ξέρουμε ποιος είναι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ostaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ostaggio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ostaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη