Μετάφραση του "paio" σε Ελληνικά
Οι ζευγάρι, ζεύγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paio" σε Ελληνικά.
paio
noun
verb
masculine
γραμματική
Due cose simili o identiche prese insieme. [..]
-
ζευγάρι
noun neuterTom stava indossando un vecchio paio di scarpe.
Ο Τομ φόραγε ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια.
-
ζεύγος
noun neuterIl valore limite di emissione è espresso in grammi di solvente emesso per paio completo di calzature prodotto.
Η οριακή τιμή συνολικών εκπομπών εκφράζεται σε γραμμάρια εκπεμπόμενου διαλύτη ανά ζεύγος παραγόμενων τελικών υποδημάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " paio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "paio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρτιος αριθμός
-
κοινοτική γνώμη
-
γνώμη ΕΚ
-
γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
-
Περιττές συναρτήσεις
-
συγγενείς
-
αναλογία · οικείος · συγγενής
-
Κυτταρικό τοίχωμα · κυτταρικό τοίχωμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη