Μετάφραση του "parente" σε Ελληνικά
Οι συγγενής, οικείος, αναλογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parente" σε Ελληνικά.
Una persona che è considerata della stessa famiglia a causa di antenati in comune, matrimonio o adozione.
-
συγγενής
noun masculineE'troppo vecchio, o e'un parente o e'troppo maleducato per farlo sapere agli altri.
Είναι μεγάλος ή συγγενής ή πολύ κακός για να τους το πει.
-
οικείος
noun masculineIl livello dell'indennità dovrebbe essere almeno pari a quanto il lavoratore interessato percepirebbe in caso di congedo per malattia.
Το ύψος του επιδόματος θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το ύψος του επιδόματος που θα λάμβανε ο οικείος εργαζόμενος σε περίπτωση αναρρωτικής άδειας.
-
αναλογία
nounNe consegue che tale procedura può del pari essere utilizzata per un appalto di valore modesto.
Συνεπώς, η διαδικασία αυτή μπορεί, κατ’ αναλογία, να εφαρμοστεί σε σύμβαση μικρής αξίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " parente " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "parente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρτιος αριθμός
-
κοινοτική γνώμη
-
γνώμη ΕΚ
-
γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
-
Περιττές συναρτήσεις
-
συγγενείς
-
Κυτταρικό τοίχωμα · κυτταρικό τοίχωμα
-
ζευγάρι · ζεύγος