Μετάφραση του "pena" σε Ελληνικά

Οι τιμωρία, ποινή, λύπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pena" σε Ελληνικά.

pena noun verb feminine γραμματική

Sanzione punitiva a carico di chi abbia infranto la legge.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τιμωρία

    noun feminine

    Almeno ne fosse valsa la pena, per il sesso che avete fatto.

    Δεν εύχεσαι το σεξ να άξιζε την τιμωρία;

  • ποινή

    noun feminine

    I polacchi non sono barbari e non accettano la pena di morte.

    Οι Πολωνοί δεν είναι βάρβαροι, δεν αποδέχονται τη θανατική ποινή.

  • λύπη

    noun feminine

    Ero triste ed ero in pena per tutti.

    Eγώ έvoιωθα και θλíψη και λύπη για óλoυς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θλίψη
    • πόνος
    • Ποινή
    • οίκτος
    • συμπόνια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pena " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pena" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pena" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη