Μετάφραση του "penale" σε Ελληνικά
Το ποινικός είναι η μετάφραση του "penale" σε Ελληνικά.
penale
adjective
noun
masculine
feminine
γραμματική
Relativo al diritto penale cioè a quell'insieme di atti legislativi che prevedono l'applicazione di una pena o di una misura di sicurezza nel caso vengano inosservati.
-
ποινικός
adjectiveIl Codice penale spagnolo vieta la fabbricazione fraudolenta di moneta senza far esplicito riferimento all'utilizzo di strumenti legali.
Ο ισπανικός ποινικός κώδικας απαγορεύει τη δόλια έκδοση νομισμάτων χωρίς ρητή αναφορά στη χρήση νόμιμων εγκαταστάσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " penale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "penale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγωγή ποινικού δικαίου
-
Ποινικός Κώδικας · ποινικός κώδικας
-
ποινική ευθύνη
-
Ειδικό Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
-
Ποινικό Δίκαιο · ποινικό δίκαιο
-
διεθνές ποινικό δίκαιο
-
ποινική κύρωση
-
ποινική διαδικασία · ποινική δικονομία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη