Μετάφραση του "pendere" σε Ελληνικά

Οι κρεμώ, γέρνω, κλίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pendere" σε Ελληνικά.

pendere verb γραμματική

Essere a una determinata inclinazione, andando verso il basso.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμώ

    verb

    su un piccolo pianoforte giocattolo, che gli pendeva dal petto.

    σε ένα παιχνίδι πιάνο που είχε κρεμασμένο στο στήθος του.

  • γέρνω

    verb

    Perche'quando soppeso il male e il bene, la bilancia pende sempre verso il bene.

    Γιατί ζυγίζω το καλό έναντι το κακού και η ζυγαριά πάντα γέρνει προς το καλό.

  • κλίνω

    verb

    Diciamo pure che la Torre di Pisa prima non pendeva.

    Π.χ, ο κεκλιμένος πύργος της Πίζας δεν ήταν πάντα κεκλιμένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρέμομαι
    • γέρνω - κλίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pendere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pendere"

Φράσεις παρόμοιες με "pendere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αδυνατίζω
  • βάρος και διαστάσεις
  • απώλεια σωματικού βάρους
  • κεκλιμένος πύργος της πίζας
  • ζυγαριά
  • Βάρος · αλτήρας · βάρη · βάρος · βαράκια · βαρίδι · βαρύ αντικείμενο · βαρύτητα · λαμπρότητα · σοβαρότητα · σπουδαιότητα · σφαίρα
  • ειδικό βάρος · ειδικός βάρος
  • σφαιροβολία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pendere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη