Μετάφραση του "pendice" σε Ελληνικά

Το πλαγιά είναι η μετάφραση του "pendice" σε Ελληνικά.

pendice noun feminine γραμματική

Il versante di un monte.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαγιά

    noun

    La coppia mise su casa sulla pendice occidentale del Monte Tabu.

    Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σ'ενα σπίτι στη δυτική πλαγιά του όρους Tabu.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pendice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pendice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη