Μετάφραση του "pennello" σε Ελληνικά
Οι βούρτσα, πινέλο, βουρτσίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pennello" σε Ελληνικά.
pennello
noun
verb
masculine
γραμματική
Strumento dotato di manico e di testa con setole flessibili, utilizzato per dipingere.
-
βούρτσα
noun femininePuò essere autorizzato dolo l'uso come repellente se applicato con guanti o pennelli.
Εγκρίνονται χρήσεις μόνο ως απωθητικό που εφαρμόζεται με γάντι ή βούρτσα.
-
πινέλο
noun neuterSono stato mosso da un'altra mano sicura e abile quanto il tuo pennello.
Παρακινήθηκα από ένα άλλο χέρι τόσο εύκολα και δεξιοτεχνικά όπως κουνάς εσύ το πινέλο.
-
βουρτσίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρωστήρας
- βούρτσα για βάψιμο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pennello " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pennello"
Φράσεις παρόμοιες με "pennello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πινελιά
-
πινέλο ξυρίσματος
-
βάφω · ζωγραφίζω · μπογιατίζω · χρωματίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη