Μετάφραση του "penombra" σε Ελληνικά

Οι παρασκιά, μισοσκόταδο, σύθαμπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penombra" σε Ελληνικά.

penombra noun feminine γραμματική

Parte esterna e più leggera dell'ombra creata da un'eclisse.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρασκιά

    feminine
  • μισοσκόταδο

    Noun neuter

    Lui era lì nella penombra che mi stava aspettando.

    Με περίμενε στο μισοσκόταδο.

  • σύθαμπο

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penombra " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penombra" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη