Μετάφραση του "pensile" σε Ελληνικά

Το εντοιχισμένο ντουλάπι είναι η μετάφραση του "pensile" σε Ελληνικά.

pensile adjective noun masculine γραμματική

Che non appoggia per terra e che viene mantenuto sollevato da appositi sostegni.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντοιχισμένο ντουλάπι

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pensile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pensile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pensile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη