Μετάφραση του "pensionato" σε Ελληνικά

Οι συνταξιούχος, απόστρατος, οικοτροφείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pensionato" σε Ελληνικά.

pensionato verb noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταξιούχος

    noun masculine

    Il reclamo, il ricorso e l' appello che il pensionato interpose contro il provvedimento rimasero infruttuosi .

    Η διοικητική ένσταση, η προσφυγή και η έφεση που ο συνταξιούχος άσκησε κατά της αποφάσεως, δεν απέδωσαν καρπούς.

  • απόστρατος

    Adjective Noun
  • οικοτροφείο

    noun neuter

    Con i loro pensionati esse sono importanti luoghi d'incontro per docenti e discenti mobili provenienti da tutta Europa.

    Επειδή αυτά τα κέντρα εκπαίδευσης διαθέτουν οικοτροφείο, αποτελούν σημαντικούς πόλους συνάντησης εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτικών από όλη την Ευρώπη.

  • άσυλο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pensionato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pensionato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pensionato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη