Μετάφραση του "pergolato" σε Ελληνικά
Οι πέργκολα, κληματαριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pergolato" σε Ελληνικά.
pergolato
noun
masculine
γραμματική
-
πέργκολα
noun feminineC'e'un pergolato, ma non riesco a capire una cosa.
Υπάρχει μια πέργκολα, αλλά κάτι δεν μου κολλάει.
-
κληματαριά
noun feminineE'che non possiamo sistemare un pergolato accettabile in quello spazio.
Απλά δεν μπορούμε να χωρέσουμε μια αξιοπρεπή κληματαριά σ'αυτό το χώρο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pergolato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη