Μετάφραση του "pericarpo" σε Ελληνικά

Το περικάρπιο είναι η μετάφραση του "pericarpo" σε Ελληνικά.

pericarpo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περικάρπιο

    neuter

    chicchi colpiti da fusariosi quelli il cui pericarpo è contaminato dal micelio del fusarium

    ως ευρωτιασμένοι σπόροι, οι σπόροι των οποίων το περικάρπιο έχει προσβληθεί από τον μυκήλιο του φουζαρίου·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pericarpo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pericarpo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη