Μετάφραση του "picchetto" σε Ελληνικά

Οι πάσσαλος, παλούκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picchetto" σε Ελληνικά.

picchetto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάσσαλος

    noun neuter

    Hai visto se nel borsone ci sono anche i picchetti?

    Είδες αν έχω πασσάλους για τη σκηνή;

  • παλούκι

    noun neuter

    Avevi picchettato il terreno?

    Εβαλες παλούκι, σημάδι διεκδίκησης;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " picchetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "picchetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη