Μετάφραση του "picchiare" σε Ελληνικά

Οι χτυπώ, κρουω, σουξέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picchiare" σε Ελληνικά.

picchiare verb γραμματική

Dare una lezione a; assoggettare a punizione o ad aggressione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χτυπώ

    verb

    Va'a casa, lascia che ti picchi fino a stancarsi e poi fai l'amore con lei.

    Πήγαινε σπίτι, άφησε την να σε χτυπήσει μέχρι να κουραστεί και κάνε της έρωτα.

  • κρουω

  • σουξέ

    neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " picchiare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "picchiare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "picchiare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη