Μετάφραση του "picchiare" σε Ελληνικά
Οι χτυπώ, κρουω, σουξέ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picchiare" σε Ελληνικά.
picchiare
verb
γραμματική
Dare una lezione a; assoggettare a punizione o ad aggressione.
-
χτυπώ
verbVa'a casa, lascia che ti picchi fino a stancarsi e poi fai l'amore con lei.
Πήγαινε σπίτι, άφησε την να σε χτυπήσει μέχρι να κουραστεί και κάνε της έρωτα.
-
κρουω
-
σουξέ
neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " picchiare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "picchiare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νανοτσικλιτάρα
-
δενδροτσοπανάκος
-
ξυλοδαρμός · ξυλοκόπημα · ξυλοφόρτωμα
-
Μαύρος δρυοκολάπτης
-
Δρυοκολάπτης
-
παρδαλοτσικλιτάρα
-
μέγιστη χρήση μνήμης
-
βομβαρδιστικό κάθετης εφόρμησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη