Μετάφραση του "porta" σε Ελληνικά

Οι πόρτα, θύρα, τέρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "porta" σε Ελληνικά.

porta noun verb feminine γραμματική

Un'apertura o un passaggio attraverso una barriera o un muro. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρτα

    noun feminine

    PSEUDOGAP! [..]

    Ho chiesto a Tom di chiudere la porta.

    Ζήτησα από τον Τομ να κλείσει την πόρτα.

  • θύρα

    noun feminine

    strumento informatico di connessione [..]

    L’indicazione dell’integrità della chiusura e del blocco delle porte nei treni passeggeri deve essere permanente.

    Η ακεραιότητα του συστήματος κλεισίματος και καθήλωσης των θυρών σε επιβατικές αμαξοστοιχίες πρέπει να επισημαίνεται μονίμως.

  • τέρμα

    noun neuter

    In fondo al corridoio, terza porta a sinistra.

    Ευθεία στο διάδρομο, στο τέρμα δεξιά, τρίτη πόρτα αριστερά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατώφλι
    • άνοιγμα
    • Πόρτα
    • Τέρμα
    • μεταφορά
    • πέρασμα
    • εστία
    • δερβένι
    • κλεισούρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " porta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "porta"

Φράσεις παρόμοιες με "porta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αραξοβόλι · καταφύγιο · λιμάνι · λιμένας · οίνος Πορτογαλίας · πορτό
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συνοδοιπορώ
  • κοινή λιμενική πολιτική
  • έκβαση · αποτέλεσμα · απόληξη · διαθέσιμος · διατεθειμένος · επακόλουθο · κατάληξη · πρ · συνέπεια
  • έκταση · ακτίνα · απόσταση · βεληνεκές · πιάτο · σφαίρα · φάσμα · φαγητό
  • άγω · έχω · εκπέμπω · εξουσιάζω · κατακρατώ · κομίζω · κουβαλώ · μεταφέρω · οδηγώ · περιλαμβάνω · πηγαίνω · φέρνω · φοράω · φορώ
  • Σημαία του Πουέρτο Ρίκο
  • θήκη για μπουκέτο λουλουδιών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "porta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη