Μετάφραση του "portato" σε Ελληνικά

Οι αποτέλεσμα, συνέπεια, διατεθειμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "portato" σε Ελληνικά.

portato adjective verb noun masculine γραμματική

Avere un'inclinazione naturale per qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτέλεσμα

    noun neuter

    Il trasferimento dalla riserva di rivalutazione agli utili portati a nuovo non transita per conto economico.

    Η μεταφορά από τις διαφορές αναπροσαρμογής στα αποτελέσματα σε νέο, δεν γίνεται μέσω του λογαριασμού αποτελεσμάτων.

  • συνέπεια

    noun feminine

    Con queste nuove date relative, qualunque ritardo nell'adozione della proposta porterà ad un aggiornamento della fissazione degli obiettivi.

    Με τις νέες σχετικές ημερομηνίες, καθυστερήσεις στην έγκριση της πρότασης θα έχουν ως συνέπεια καθυστερήσεις στη στοχοθέτηση.

  • διατεθειμένος

    B) Sistemi portanti commercializzati in forma di kit

    B) Φέροντα στοιχεία που διατίθενται στην αγορά ως έτοιμα συστήματα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρ
    • διαθέσιμος
    • επακόλουθο
    • κατάληξη
    • έκβαση
    • απόληξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " portato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "portato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αραξοβόλι · καταφύγιο · λιμάνι · λιμένας · οίνος Πορτογαλίας · πορτό
  • Πόρτα · Τέρμα · άνοιγμα · δερβένι · εστία · θύρα · κατώφλι · κλεισούρα · μεταφορά · πέρασμα · πόρτα · τέρμα
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συνοδοιπορώ
  • κοινή λιμενική πολιτική
  • έκταση · ακτίνα · απόσταση · βεληνεκές · πιάτο · σφαίρα · φάσμα · φαγητό
  • άγω · έχω · εκπέμπω · εξουσιάζω · κατακρατώ · κομίζω · κουβαλώ · μεταφέρω · οδηγώ · περιλαμβάνω · πηγαίνω · φέρνω · φοράω · φορώ
  • Σημαία του Πουέρτο Ρίκο
  • θήκη για μπουκέτο λουλουδιών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "portato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη