Μετάφραση του "posta" σε Ελληνικά

Οι ταχυδρομείο, αλληλογραφία, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "posta" σε Ελληνικά.

posta noun particle feminine γραμματική

Edificio, ufficio o negozio che si occupa di recapitare lettere, posta o posta elettronica e di vendere francobolli, ecc. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταχυδρομείο

    noun neuter

    Edificio, ufficio o negozio che si occupa di recapitare lettere, posta o posta elettronica e di vendere francobolli, ecc.

    Non saranno accettate le candidature inviate via fax o per posta elettronica.

    Οι αιτήσεις που υποβάλλονται μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν θα γίνονται δεκτές.

  • αλληλογραφία

    noun feminine

    Oltre alle lezioni lei sarà responsabile della distribuzione della posta, e aiuterà la signora Oskarson in infermeria.

    Πέρα απ'τη διδασκαλία θ'αναλάβετε και την αλληλογραφία, βοηθώντας την κα. Oskarson.

  • θέση

    noun feminine

    Cosa avresti fatto al mio posto?

    Τι θα έκανες, αν ήσουν στη θέση μου;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πόστο
    • Ταχυδρομικές υπηρεσίες
    • ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
    • ταχυδρομικές υπηρεσίες
    • ταχυδρομική υπηρεσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " posta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "posta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιμερισμός θέσης εργασίας
  • ακουμπώ · βάζω · εικάζω · θέτω · κάνω · παρουσιάζω · ρωτώ · τοποθετώ · υποθέτω · φαντάζομαι
  • δουλειά · εργασία · θέση · καρέκλα · μέρος · πίσω · περιοχή · σημείο · σπυρί · στέκι · τοποθεσία · τόπος · χώρος
  • ταχυδρομείο
  • ουρακοτάγκος
  • φάκελος "Εισερχόμενα"
  • ρυθμίσεις ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "posta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη