Μετάφραση του "posto" σε Ελληνικά

Οι μέρος, τόπος, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "posto" σε Ελληνικά.

posto verb noun masculine γραμματική

Posizione o area in uno spazio.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέρος

    noun neuter

    Posizione o area in uno spazio.

    Lei era l'ultima persona che mi aspettavo di vedere in un posto del genere.

    Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενα να δω σε ένα τέτοιο μέρος.

  • τόπος

    noun masculine

    Posizione o area in uno spazio.

    E poi, al momento giusto, scegli un posto.

    Και όταν η στιγμή είναι σωστή, διάλεξε τον τόπο του εγκλήματος σου.

  • θέση

    noun feminine

    Cosa avresti fatto al mio posto?

    Τι θα έκανες, αν ήσουν στη θέση μου;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τοποθεσία
    • χώρος
    • σημείο
    • περιοχή
    • στέκι
    • δουλειά
    • εργασία
    • πίσω
    • πόστο
    • απασχόληση
    • καρέκλα
    • σπυρί
    • επάγγελμα
    • θέση εργασίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " posto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "posto"

Φράσεις παρόμοιες με "posto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διοικητήριο
  • επιμερισμός θέσης εργασίας
  • ακουμπώ · βάζω · εικάζω · θέτω · κάνω · παρουσιάζω · ρωτώ · τοποθετώ · υποθέτω · φαντάζομαι
  • Ταχυδρομικές υπηρεσίες · αλληλογραφία · ηλεκτρονικό ταχυδρομείο · θέση · πόστο · ταχυδρομείο · ταχυδρομικές υπηρεσίες · ταχυδρομική υπηρεσία
  • ταχυδρομείο
  • ουρακοτάγκος
  • φάκελος "Εισερχόμενα"
  • ρυθμίσεις ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "posto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη