Μετάφραση του "pratica" σε Ελληνικά

Οι πρακτική, πράξη, εξάσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pratica" σε Ελληνικά.

pratica adjective noun verb feminine γραμματική

Ripetizione di un'attività al fine di migliorare le proprie abilità o prestazioni. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρακτική

    noun feminine

    Si dovrebbero ricercare misure pratiche che facilitino l'agevole attuazione delle azioni.

    Χρειάζεται να ληφθούν ορισμένα πρακτικά μέτρα για τη διευκόλυνση της ομαλής εκτέλεσης των δράσεων.

  • πράξη

    noun feminine

    In teoria, non c'è differenza tra la teoria e la pratica. Ma, in pratica, ce n'è.

    Στη θεωρία, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ θεωρίας και πράξης. Αλλά στη πράξη υπάρχει.

  • εξάσκηση

    noun feminine

    Hai rubato il mio computer per potermi far fare pratica per il mio esame per entrare in polizia.

    Έκλεψες τον υπολογιστή μου, για να κάνω εξάσκηση στο διαγώνισμα της αστυνομίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσκηση
    • πρόγραμμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pratica " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pratica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pratica" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη