Μετάφραση του "pratico" σε Ελληνικά

Οι πρακτικός, πρακτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pratico" σε Ελληνικά.

pratico adjective noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρακτικός

    adjective masculine

    Si dovrebbero ricercare misure pratiche che facilitino l'agevole attuazione delle azioni.

    Χρειάζεται να ληφθούν ορισμένα πρακτικά μέτρα για τη διευκόλυνση της ομαλής εκτέλεσης των δράσεων.

  • πρακτική

    noun

    Si dovrebbero ricercare misure pratiche che facilitino l'agevole attuazione delle azioni.

    Χρειάζεται να ληφθούν ορισμένα πρακτικά μέτρα για τη διευκόλυνση της ομαλής εκτέλεσης των δράσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pratico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pratico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • τεχνική της επικοινωνίας
  • πρακτικότητα
  • τεχνική των διαπραγματεύσεων
  • δασοκομική πρακτική
  • παραπλανητικές επιχειρηματικές πρακτικές
  • ελεύθερη κυκλοφορία
  • άσκηση · εξάσκηση · πράξη · πρακτική · πρόγραμμα
  • αρχάριος · ασκούμενος κοντά σε ειδικό · εκκλησιαζόμενος τακτικά · ερασιτέχνης · μαθητευόμενος · παραγιός · πρωτάρης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pratico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη