Μετάφραση του "predire" σε Ελληνικά

Οι προβλέπω, προφητεύω, προμαντεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predire" σε Ελληνικά.

predire verb γραμματική

Affermare, o rendere noto qualcosa in anticipo, soprattutto utilizzando inferenza o conoscenze particolari. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προβλέπω

    verb

    All'epoca molti osservatori predissero che l'Unione monetaria europea non avrebbe funzionato e che avrebbe avuto vita breve.

    Κατά την περίοδο αυτή, πολλοί προέβλεψαν ότι η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση δεν θα λειτουργούσε και δεν θα επιβίωνε.

  • προφητεύω

    verb

    Può vedere nel futuro e predire gli eventi onde il mondo possa essere ammonito.

    Μπορεί να δει στο μέλλον και να προφητεύσει επερχόμενα γεγονότα, ούτως ώστε ο κόσμος να προειδοποιηθεί.

  • προμαντεύω

    verb
  • προλέγω

    verb

    Dicono che la buccia di una mela riesca a predire con chi si sposera'una donna.

    Λένε ότι η φλούδα ενός μήλου προλέγει ποιον θα παντρευτεί μια γυναίκα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " predire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "predire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δασκάλεμα · κήρυγμα · ομιλιαν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "predire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη