Μετάφραση του "predicato" σε Ελληνικά
Οι κατηγορούμενο, κατηγόρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "predicato" σε Ελληνικά.
-
κατηγορούμενο
nounεπίθετο ή ουσιαστικό, που αποδίδει χαρακτηριστικό στο υποκείμενο μέσω συνδετικού ρήματος
Harner scrive che proposizioni come quella di Giovanni 1:1, “con un predicato privo di articolo che precede il verbo, hanno primariamente significato qualitativo.
Χάρνερ δηλώνει ότι προτάσεις όπως αυτή του εδαφίου Ιωάννης 1:1 «με άναρθρο κατηγορούμενο που προηγείται του ρήματος έχουν κυρίως ποιοτική σημασία.
-
κατηγόρημα
noun neuter< predicato >: introduce un elemento singolo, condizionato in base al < predicato >.
< predicate >: εισάγει ένα μεμονωμένο στοιχείο που είναι στοιχείο υπό συνθήκη ως προς το κατηγόρημα < predicate >.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " predicato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate