Μετάφραση του "primogenitura" σε Ελληνικά

Οι πρωτοτόκια, πρωτογένεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "primogenitura" σε Ελληνικά.

primogenitura noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτοτόκια

    neuter

    Perciò la primogenitura andò a Giacobbe, non al fratello maggiore che non l’apprezzava.

    Γι’ αυτό, τα πρωτοτόκια δόθηκαν στον Ιακώβ και όχι στο μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος δεν τα εκτιμούσε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " primogenitura " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Primogenitura
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτογένεια

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "primogenitura" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη