Μετάφραση του "principale" σε Ελληνικά
Οι κύριος, κυρίως, βασικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "principale" σε Ελληνικά.
principale
adjective
noun
masculine
γραμματική
Persona che comanda, governa o che é responsabile. [..]
-
κύριος
noun masculineE' assodato che quest' ultima condizione è stata soddisfatta nella causa principale.
Είναι αποδεδειγμένο ότι εν προκειμένω η τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται στην κύρια δίκη.
-
κυρίως
adjectiveE' assodato che quest' ultima condizione è stata soddisfatta nella causa principale.
Είναι αποδεδειγμένο ότι εν προκειμένω η τελευταία αυτή προϋπόθεση πληρούται στην κύρια δίκη.
-
βασικός
adjectiveAmmetto che ora non considero piu'il medico il principale sospettato.
Πρέπει να το παραδεχτώ, ο γιατρός δεν είναι πια ο βασικός μου ύποπτος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρωταρχικός
- κυρίαρχος
- κεφαλαιώδης
- αφεντικό
- προϊστάμενος
- επικρατών
- επιστάτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " principale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "principale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κύριο ημερολόγιο
-
κύριο παράθυρο
-
Κύριος κβαντικός αριθμός
-
κύριο έργο
-
δημοφιλέστερα αποτελέσματα
-
Κύρια Ακολουθία
-
Αρχική οθόνη
-
δημόσιος δρόμος · εθνική οδός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη