Μετάφραση του "profittare" σε Ελληνικά
Οι κερδίζω, αποκομίζω, ωφελούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profittare" σε Ελληνικά.
profittare
verb
γραμματική
-
κερδίζω
verbQuindi abbiamo cercato chi potesse trarre un profitto dai provvedimenti presi al riguardo.
Ψάξαμε το ποιος θα κερδίσει, όταν ληφθούν αυτά τα μέτρα.
-
αποκομίζω
verb -
ωφελούμαι
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " profittare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "profittare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κερδοσκοπία
-
κέρδος
-
έσοδα · επίτευγμα · κέρδη · κέρδος · κερδίζω · πλεονέκτημα · ωφέλεια · όφελος
-
απόδοση · μέρισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη