Μετάφραση του "profittevole" σε Ελληνικά

Οι επικερδής, κερδοφόρος, προσοδοφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profittevole" σε Ελληνικά.

profittevole adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικερδής

    adjective masculine

    Nel valutare se l'ingresso sia o no profittevole, occorre tenere conto della prevedibile evoluzione del mercato.

    Όταν διερευνάται κατά πόσον η είσοδος σε δεδομένη αγορά θα είναι επικερδής, είναι σκόπιμο να εξετάζεται η αναμενόμενη εξέλιξη της αγοράς αυτής.

  • κερδοφόρος

    adjective masculine
  • προσοδοφόρος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profittevole " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profittevole" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη