Μετάφραση του "prova" σε Ελληνικά

Οι δοκιμή, απόδειξη, δοκιμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prova" σε Ελληνικά.

prova noun verb feminine γραμματική

Periodo di tempo nel quale si prova un prodotto o un'attrezzatura in condizioni di uso normale o estremo per valutare le sue caratteristiche. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμή

    noun feminine

    Esso fornisce al fabbricante un rapporto di ispezione e un rapporto di prova.

    Παρέχει έκθεση επιθεώρησης και έκθεση δοκιμών στον κατασκευαστή.

  • απόδειξη

    noun feminine

    Ora, qui non vedo alcuna prova di un assassinio.

    Αλλά δεν βλέπω καμιά απόδειξη φόνου εδώ πέρα.

  • δοκιμασία

    noun feminine

    Ove possibile, è consigliabile che sia il medesimo osservatore a valutare tutti gli animali in una stessa prova.

    Εφόσον είναι δυνατόν, συνιστάται να αξιολογεί ο ίδιος παρατηρητής όλα τα ζώα σε δεδομένη δοκιμασία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσπάθεια
    • δείγμα
    • τεκμήριο
    • πρόβα
    • στοιχείο
    • δοκιμάζω
    • τεστ
    • πειστήριο
    • επιτήρηση
    • βάση
    • απόπειρα
    • προβάρισμα
    • έρεισμα
    • διαγώνισμα
    • Αποδεικτικά μέσα
    • αποδεικτικά μέσα
    • αποδεικτικό στοιχείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prova " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "prova"

Φράσεις παρόμοιες με "prova" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζηλεύω · φθονώ
  • ακοή · ακρόαση · δοκιμή (π.χ ηθοποιού) · κοντάκτ
  • πείραμα πεδίου
  • αισθάνομαι · αποδεικνύω · αποκαλύπτω · αποπειρώμαι · αποτελώ απόδειξη · βεβαιώνω ενόρκως · βιώνω · γεύομαι · δοκιμάζω · εξετάζω · επιχειρώ · ζω · κάνω πρόβα · μαρτυρώ · πειραματίζομαι · προβάρω · προσπαθώ · χρησιμεύω σαν απόδειξη
  • συνεπής
  • πραγματοποιώ επαναφορά ενεργοποίησης
  • Δοκιμασία υλικών
  • προσδιορισμός (ανάλυση) σε δοκιμαστικό σωλήνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prova" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη