Μετάφραση του "provare" σε Ελληνικά

Οι δοκιμάζω, προσπαθώ, αισθάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "provare" σε Ελληνικά.

provare verb γραμματική

Avere un'emozione fisica, un sentimento o una sensazione precisa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμάζω

    verb

    Verificare l'aspetto e la taglia di (un vestito) indossandolo.

    Voglio provare qualcosa di nuovo.

    Θέλω να δοκιμάσω κάτι καινούριο.

  • προσπαθώ

    verb

    Tom ha chiuso gli occhi e ha provato a concentrarsi.

    Ο Τομ έκλεισε τα μάτια του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί.

  • αισθάνομαι

    verb

    Lo capisco solo ora e non provo nulla al riguardo.

    Το κατάλαβα τώρα και δεν αισθάνομαι τίποτα για αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γεύομαι
    • αποδεικνύω
    • επιχειρώ
    • προβάρω
    • μαρτυρώ
    • ζω
    • βιώνω
    • εξετάζω
    • πειραματίζομαι
    • αποκαλύπτω
    • αποπειρώμαι
    • αποτελώ απόδειξη
    • βεβαιώνω ενόρκως
    • κάνω πρόβα
    • χρησιμεύω σαν απόδειξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " provare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "provare"

Φράσεις παρόμοιες με "provare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζηλεύω · φθονώ
  • Αποδεικτικά μέσα · έρεισμα · αποδεικτικά μέσα · αποδεικτικό στοιχείο · απόδειξη · απόπειρα · βάση · δείγμα · διαγώνισμα · δοκιμάζω · δοκιμή · δοκιμασία · επιτήρηση · πειστήριο · προβάρισμα · προσπάθεια · πρόβα · στοιχείο · τεκμήριο · τεστ
  • ακοή · ακρόαση · δοκιμή (π.χ ηθοποιού) · κοντάκτ
  • πείραμα πεδίου
  • συνεπής
  • πραγματοποιώ επαναφορά ενεργοποίησης
  • Δοκιμασία υλικών
  • προσδιορισμός (ανάλυση) σε δοκιμαστικό σωλήνα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "provare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη