Μετάφραση του "putiferio" σε Ελληνικά

Οι φασαρία, αναστάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putiferio" σε Ελληνικά.

putiferio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φασαρία

    noun feminine

    L'ispettore ha creato un tale putiferio che si è fatta viva anche la polizia locale.

    Ο επιθεωρητής έκανε τόση φασαρία που ήρθε και ακόμα και η αστυνομία.

  • αναστάτωση

    noun

    Così dicendo, suscitò un vero e proprio putiferio! — Atti 23:6-9.

    Με αυτή του την ενέργεια, προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση σε εκείνη τη σύναξη!—Πράξεις 23:6-9.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putiferio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putiferio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη