Μετάφραση του "putrefatto" σε Ελληνικά

Οι σάπιος, σαπισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "putrefatto" σε Ελληνικά.

putrefatto adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σάπιος

    adjective
  • σαπισμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " putrefatto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "putrefatto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "putrefatto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη