Μετάφραση του "rarefazione" σε Ελληνικά
Το αραίωση είναι η μετάφραση του "rarefazione" σε Ελληνικά.
rarefazione
noun
feminine
γραμματική
-
αραίωση
nounLa rarefazione delle risorse alieutiche ha costretto le imprese del settore della pesca ad incrementare l'esercizio delle loro attività in condizioni alquanto difficili.
Η αραίωση αλιευτικών πόρων οδήγησε τις αλιευτικές εταιρείες στην εντατικοποίηση των δραστηριοτήτων τους κάτω από δύσκολες συνθήκες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rarefazione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη