Μετάφραση του "rigetto" σε Ελληνικά

Το απόρριψη είναι η μετάφραση του "rigetto" σε Ελληνικά.

rigetto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόρριψη

    noun

    Il rigetto della domanda non può formare oggetto di impugnazione.

    Η απόρριψη της αίτησης δεν υπόκειται σε έφεση ή αναίρεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rigetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rigetto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρνιέμαι · αρνούμαι · εξεμώ · κάνω εμετό · κανω εμετό · ξερνάω · ξερνώ
  • απορριπτόμενα αλιεύματα
  • απόρριψη του προϋπολογισμού
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rigetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη