Μετάφραση του "righello" σε Ελληνικά
Οι χάρακας, κανόνας, υποδεκάμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "righello" σε Ελληνικά.
righello
noun
masculine
γραμματική
Uno strumento di disegno o misurazione rettangolare e piatto con delle graduazioni in unità di misura.
-
χάρακας
noun masculineL'incidente del righello non e'l'unico problema di tuo figlio.
Το πρόβλημα με το χάρακα δεν είναι το μόνο πρόβλημα του γιου σου.
-
κανόνας
noun masculineAllora... Niente tecnologia, niente mezzi, niente armi, e la nostra sola speranza e'il vecchio metodo del righello del professore?
Δηλαδή δεν έχουμε τεχνολογίες, μεταφορικό, όπλα, κι η μόνη μας ελπίδα είναι ο λογαριθμικός κανόνας του καθηγητή;
-
υποδεκάμετρο
noun neuter -
ρίγα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " righello " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "righello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατακόρυφος χάρακας
-
υποδιαίρεση χάρακα
-
οριζόντιος χάρακας
-
οδηγός χάρακα
-
αρχή του χάρακα
-
υποδιαίρεση χάρακα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη