Μετάφραση του "ruscellamento" σε Ελληνικά

Το απορροή είναι η μετάφραση του "ruscellamento" σε Ελληνικά.

ruscellamento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορροή

    noun

    Per proteggere i corsi d'acqua dall'inquinamento e dal ruscellamento vanno preferite delle misure di sostegno.

    Για την προστασία των υδατορρευμάτων από τη ρύπανση και την απορροή προωθούνται υποστηρικτικά μέτρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruscellamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruscellamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη