Μετάφραση του "ruscello" σε Ελληνικά

Οι ρυάκι, ρέμα, ποταμάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ruscello" σε Ελληνικά.

ruscello noun masculine γραμματική

Piccolo corso d'acqua poco profondo. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυάκι

    noun neuter

    Piccolo corso d'acqua.

    Ho oltrepassato il ruscello vicino alla mia chiesa solo un paio di volte, dall'epidemia.

    Δεν έχω περάσει το ρυάκι που είναι στην εκκλησία παρά ελάχιστες φορές.

  • ρέμα

    piccolo corso d'acqua

    Non c'e'alcuna garanzia che laggiu'ci sia un ruscello.

    Δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα υπάρχει ρέμα εκεί πέρα.

  • ποταμάκι

    noun neuter

    La cima della montagna saltera'in aria e scendera'giu'fino al mio ruscello.

    ανατινάζει την κορυφή του, το στέλνει κάτω στο λόφο στο μικρό μου ποταμάκι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ροή
    • ρεματάκι
    • ανέχομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruscello " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruscello" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη