Μετάφραση του "sacca" σε Ελληνικά
Οι θύλακας, πουγκί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacca" σε Ελληνικά.
sacca
noun
feminine
γραμματική
Realtà sociale che ha aspetti specifici, spec. di emarginazione o di arretratezza culturale.
-
θύλακας
noun masculineL'unica cosa che mi viene in mente è che siano sacche d'aria.
Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι οι θύλακες αέρα.
-
πουγκί
Anche solo una... di queste vale una sacca piena di diamanti.
Μόνο ένα από αυτά αξίζει ένα πουγκί διαμάντια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sacca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη