Μετάφραση του "sacca" σε Ελληνικά

Οι θύλακας, πουγκί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacca" σε Ελληνικά.

sacca noun feminine γραμματική

Realtà sociale che ha aspetti specifici, spec. di emarginazione o di arretratezza culturale.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θύλακας

    noun masculine

    L'unica cosa che mi viene in mente è che siano sacche d'aria.

    Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι οι θύλακες αέρα.

  • πουγκί

    Anche solo una... di queste vale una sacca piena di diamanti.

    Μόνο ένα από αυτά αξίζει ένα πουγκί διαμάντια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sacca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sacca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη