Μετάφραση του "sacralità" σε Ελληνικά

Οι αγιότητα, αγιοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacralità" σε Ελληνικά.

sacralità noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιότητα

    noun

    Ho bisogno della sacralità delle parole, della sublimità della grande poesia.

    Χρειάζομαι την αγιότητα των λέξεων, το μεγαλείο της έξοχης ποίησης.

  • αγιοσύνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sacralità " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sacralità" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη