Μετάφραση του "sacrestano" σε Ελληνικά
Οι νεωκόρος, εκκλησάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacrestano" σε Ελληνικά.
sacrestano
noun
masculine
γραμματική
-
νεωκόρος
noun masculineE'un buon sacrestano, ma è sordo e si impressiona facilmente.
Είναι αφοσιωμένος νεωκόρος, μα δεν ακούει τίποτα και τρομάζει εύκολα.
-
εκκλησάρης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sacrestano " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη