Μετάφραση του "sacrestano" σε Ελληνικά

Οι νεωκόρος, εκκλησάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sacrestano" σε Ελληνικά.

sacrestano noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεωκόρος

    noun masculine

    E'un buon sacrestano, ma è sordo e si impressiona facilmente.

    Είναι αφοσιωμένος νεωκόρος, μα δεν ακούει τίποτα και τρομάζει εύκολα.

  • εκκλησάρης

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sacrestano " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sacrestano" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη