Μετάφραση του "scantinato" σε Ελληνικά
Οι υπόγειο, κελλάρι, κατώγειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "scantinato" σε Ελληνικά.
scantinato
noun
masculine
γραμματική
La parte più bassa di un edificio, parzialmente o totalmente sotto il livello del suolo, spesso utilizzata per lo stoccaggio.
-
υπόγειο
noun neuterPasso il resto della serata nello scantinato, avendo scuola al mattino.
Θα είμαι στο υπόγειο όλο το απόγευμα, έχω μάθημα το πρωί.
-
κελλάρι
nounMa prima dobbiamo portare Ie provviste nello scantinato.
Το εύχομαι, αλλά πρώτα πρέπει να κουβαλήσουμε κάποια πράγματα στο κελλάρι,
-
κατώγειο
noun -
κάβα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " scantinato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη