Μετάφραση του "seccare" σε Ελληνικά
Οι ξηραίνω, πειράζω, δαιμονίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seccare" σε Ελληνικά.
seccare
verb
γραμματική
Perdere l'umidità, usualmente tramite evaporazione o assorbimento.
-
ξηραίνω
verbIl campione omogeneizzato è seccato su solfato sodico e filtrato.
Το ομογενοποιημένο δείγμα ξηραίνεται με θειικό νάτριο και διηθείται.
-
πειράζω
verbO la nostra presenza la secca, o sente di dover proteggere la sua comunità.
Ή σε πειράζει που είμαστε εδώ ή προστατεύεις την κοινότητά σου.
-
δαιμονίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκνευρίζω
- εξοργίζω
- νευριάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " seccare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "seccare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στεγνό καθάρισμα
-
Στεγνό καθάρισμα · στεγνό καθάρισμα
-
ξηρός χλοοτάπητας (ξηρό χλοόστρωμα)
-
ξηροφθαλμία
-
στεγνό καθάρισμα
-
ξηρός · ρηχά · στεγνός · ύφαλος
-
άνυδρος · απότομος · ξερός · ξηρασία · ξηρός · στεγνός
-
κορινθιακή σταφίδα · σταφίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη