Μετάφραση του "secco" σε Ελληνικά
Οι στεγνός, ξηρός, ξερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "secco" σε Ελληνικά.
(Quasi) libero da liquidi o umidità. [..]
-
στεγνός
adjective masculine(Quasi) libero da liquidi o umidità.
Domani mattina dovremo chiedere a tutti di iniziare a raccogliere legna, rami secchi.
Αύριο το πρωί πρέπει όλοι μας να μαζέψουμε στεγνά ξύλα...
-
ξηρός
adjective masculine(Quasi) libero da liquidi o umidità.
I vini di Cairanne sono vini rossi e bianchi, tranquilli e secchi.
Οι οίνοι Cairanne είναι ερυθροί και λευκοί μη αφρώδεις και ξηροί οίνοι.
-
ξερός
adjectiveLe prugne secche devono essere selezionate e calibrate, a meno che siano destinate ad usi industriali.
Εκτός και αν προορίζονται για τη βιομηχανία, τα ξερά δαμάσκηνα πρέπει να διαλέγονται και να ζυγίζονται.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξηρασία
- απότομος
- άνυδρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " secco " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "secco"
Φράσεις παρόμοιες με "secco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στεγνό καθάρισμα
-
Στεγνό καθάρισμα · στεγνό καθάρισμα
-
ξηρός χλοοτάπητας (ξηρό χλοόστρωμα)
-
ξηροφθαλμία
-
στεγνό καθάρισμα
-
ξηρός · ρηχά · στεγνός · ύφαλος
-
δαιμονίζω · εκνευρίζω · εξοργίζω · νευριάζω · ξηραίνω · πειράζω
-
κορινθιακή σταφίδα · σταφίδα