Μετάφραση του "sedere" σε Ελληνικά

Οι κάθομαι, πισινός, κώλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sedere" σε Ελληνικά.

sedere verb noun masculine γραμματική

Muoversi in una posizione in cui la parte superiore del corpo sia verticale e le gambe a riposo. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάθομαι

    verb

    Il gatto è seduto sulla scrivania.

    Η γάτα κάθεται στο γραφείο.

  • πισινός

    noun masculine

    No, Graeme, il tuo sedere non sembra grosso.

    Όχι Γκράεμ, ο πισινός σου δεν φαίνετε μεγάλος μ'αυτήν την στολή.

  • κώλος

    noun masculine

    Ehi, non sono solo un sedere poco pulito.

    Εϊ, δεν είμαι μόνο ένας χαλια καθαρίσμένος κώλος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οπίσθια
    • γλουτός
    • κωλομέρια
    • κωλομέρι
    • γλουτοί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sedere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sedere"

Φράσεις παρόμοιες με "sedere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sedere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη