Μετάφραση του "seduta" σε Ελληνικά

Οι συνεδρίαση, κάθισμα, συγκέντρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seduta" σε Ελληνικά.

seduta noun adjective particle feminine γραμματική

Riunione di più persone all'interno di una struttura burocratica o legislativa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνεδρίαση

    noun feminine

    Nel luogo e all'ora indicati nel capitolato d'oneri, le offerte sono aperte in seduta pubblica dalla commissione giudicatrice.

    Στον καθοριζόμενο στο τεύχος δημοπράτησης τόπο και ώρα, οι προσφορές ανοίγονται σε δημόσια συνεδρίαση από την επιτροπή αξιολόγησης.

  • κάθισμα

    noun neuter

    parte di un oggetto dove ci si siede

    Struttura, completa di rivestimento, che offre almeno due posti a sedere per adulti.

    Πλήρης δομή μαζί με την επένδυσή της, η οποία προορίζεται ως κάθισμα ενός ή περισσοτέρων ενηλίκων.

  • συγκέντρωση

    noun feminine

    So che non ti fidi di me dopo la seduta spiritica a Newcastle.

    Ξέρω ότι δεν μ'εμπιστεύεσαι μετά τη συγκέντρωση στο Νιούκασλ.

  • συνέλευση

    noun feminine

    Quell’anno, a ottobre, parlò alla Conferenza generale da seduto, su una sedia a rotelle.

    Εκείνο τον Οκτώβριο, καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα κατά την ομιλία του στη γενική συνέλευση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seduta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "seduta"

Φράσεις παρόμοιες με "seduta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seduta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη